- τελεςφόρος
- τελες - φόρος (= φέρων τέλος): bringing to perfection or maturity, hence ἐνιαυτός, a full year. (Od. and Il. 19.32.)
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.